Μία καταγραφή των συμβάντων του World War Z Στην Ελλάδα.


Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Κεφάλαιο 06


Είμαστε εδώ και δέκα μέρες αποκλεισμένοι στην Θεσσαλονίκη, χωρίς τηλέφωνα και ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν έχουμε την δυνατότητα να επιστρέψουμε στην Αθήνα. Πέρα από την έλλειψη βενζίνης οι δρόμοι έχουν μπλοκάρει από τα εγκαταλελειμμένα οχήματα. Το προσωπικό στο ξενοδοχείο έχει εξαφανιστεί, μονάχα εγώ, ο Φραγκίσκος και μερικοί ακόμα πελάτες που δεν μπορούν πλέον να γυρίσουν στα σπίτια τους έχουμε μείνει.

Κάθομαι στο παράθυρο του δωματίου και κοιτάξω το χάος που επικρατεί στην πλατεία Αριστοτέλους. Μαγαζιά λεηλατημένα, πράγματα πεταμένα στο δρόμο, αμάξια παρατημένα. Στο βάθος διακρίνονται καπνοί, κάπου έχουν ξεσπάσει μικροεστίες φωτιάς και κανένας δεν ενδιαφέρεται ή δεν υπάρχει για να τις σβήσει.
Ελάχιστοι κυκλοφορούν στους δρόμους, οι υγιείς σε μικρές ομάδες οπλισμένοι με ότι βρουν, λοστούς, δοκάρια, μαχαίρια, καραμπίνες, πήρε το μάτι μου και κάποιον με ρόπαλο του μπέιζμπολ. Τα ζόμπι κινούνται σε μεγάλες ομάδες φαινομενικά χωρίς σκοπό, κανένας δεν ξέρει αν κατευθύνονται από την όραση, την μυρωδιά ή τον ήχο. Τους έχω δει να επιτίθενται σε άτομα και τις περισσότερες φορές να είναι αυτά οι νικητές.
Με την Αθήνα έχω χάσει κάθε επαφή και με τους γονείς μου και με την δουλειά. Τα τηλέφωνα πλέον δεν δουλεύουν, η μοναδική πληροφόρηση προέρχεται από όσα, ελάχιστα κανάλια εκπέμπουν ακόμα. Από αυτά που μεταδίδουν η κατάσταση είναι δραματική, οι κρατικές υπηρεσίες ουσιαστικά δεν υπάρχουν πια, τόσο στην Ελλάδα όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Μοναδική εξαίρεση το Ισραήλ, που ήταν η πρώτη χώρα που πήρε στα σοβαρά την επιδημία και μερικά νησιώτικά κράτη, σχετικά δυσπρόσιτα από τον υπόλοιπο κόσμο.
Η κυβέρνηση έχει απομονωθεί σε άγνωστο σημείο και οι μοναδικές ενέργειες της είναι μερικές ανακοινώσεις τύπου με γενικολογίες του τύπου: Υπάρχει απόλυτος έλεγχος της κατάστασης, οι πολίτες να παραμείνουν στα σπίτια τους για την ασφάλεια τους. Για τους αμέτρητους νεκρούς και τις ελλείψεις σε τρόφιμα και καύσιμα ούτε λόγος.
Ο Φραγκίσκος από το πρωί είναι στους δρόμους, προσπαθεί να βρει τρόφιμα και κάποιο τρόπο για να φύγουμε από την πόλη. Στην επαρχία οι πιθανότητες επιβίωσης είναι μεγαλύτερες. Τουλάχιστον θα είναι ευκολότερη η εύρεση φαγητού.

***

Έχει πάει εφτά το απόγευμα, άρχισε να σουρουπώνει και ο Φραγκίσκος δεν έχει γυρίσει ακόμα. Μακάρι να είναι καλά, αν πάθει τίποτα δεν ξέρω τι θα κάνω μόνη μου σε αυτή την κόλαση. Την ώρα που σκεφτόμουν αυτά χτύπησε η πόρτα του δωματίου, δύο φορές αργά και τρεις γρήγορα, το σύνθημα μας, αναστέναξα με ανακούφιση. Άνοιξα αμέσως και ο Φραγκίσκος με ένα τεράστιο σάκο στην πλάτη μπήκε στο δωμάτιο.
Πόσο έχει αλλάξει το τελευταίο διάστημα; Έχει χάσει αρκετά κιλά, το άλλοτε χαμογελαστό του πρόσωπο είναι πλέον μόνιμα σκυθρωπό. Τα μαλλιά του και τα γένια του είναι ακόμα πιο ακατάστατα και τα ρούχα του, όπως και τα δικά μου βρώμικα και ταλαιπωρημένα. Άφησε το σάκο στο πάτωμα και σωριάστηκε στην πολυθρόνα. Έβγαλε από την τσέπη του ένα μπουκαλάκι με νερό και ήπιε μερικές γουλιές.
«Πως είναι τα πράγματα έξω;» τον ρώτησα.
«Χάλια, νεκροί στο δρόμο, λεηλατημένα σπίτια και μαγαζιά, ζόμπι σε κάθε γωνία και όσοι άνθρωποι κυκλοφορούν είναι έτοιμοι να σε πυροβολήσουν για μία κονσέρβα. Πρέπει να φύγουμε το συντομότερο δυνατόν από εδώ αλλιώς οι μέρες μας είναι μετρημένες.»
«Που να πάμε; Δεν έχουμε καύσιμα για να γυρίσουμε στην Αθήνα.»
«Και τι να κάνουμε στην Αθήνα Γιάννα; Καλύτερα τότε να καθίσουμε εδώ, γλυτώνουμε και το περπάτημα. Πρέπει να πάμε στην επαρχία, μονάχα εκεί έχουμε ελπίδα να επιβιώσουμε.»
«Δεν έχω κανένα γνωστό στην επαρχία, όλοι μου οι συγγενείς και οι φίλοι είναι από την Αθήνα και εσύ κατάγεσαι από Σάμο, μάλλον αδύνατο να πάμε εκεί με τα πόδια.»
«Το ξέρω αλλά έχω ένα φίλο από τον στρατό, ζει σε ένα χωριό έξω από την Καβάλα, μιλήσαμε όσο δουλεύανε τα κινητά και μου είπε αν τα βρω σκούρα να πάω να τον βρω. Είναι γύρω στα 150 χιλιόμετρα, λογική απόσταση για περπάτημα.»
«Δεν ξέρω Φραγκίσκο, να παρατήσουμε τους συγγενείς και τους φίλους;»
«Γιάννα και να φτάσουμε στην Αθήνα, πράγμα δύσκολο, δεν είμαστε σίγουροι ότι θα τους βρούμε. Είτε θα είναι ζόμπι, είτε νεκροί ή αν είναι τυχεροί θα την έχουν κοπανήσει. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να πάμε προς Καβάλα.»
«Έχεις δίκαιο, πότε ξεκινάμε;»
«Αύριο με το πρώτο φως, δεν θα ρισκάρουμε να ταξιδεύουμε νύχτα, τα πράγματα έχουν αγριέψει εκεί έξω. Άνοιξε το σάκο, ήμουν τυχερός σήμερα.»
Πραγματικά τα είχε καταφέρει καλά, έβγαλα μέσα από το σάκο δύο σακίδια πλάτης, στρατιωτικού τύπου, καμιά δεκαριά κονσέρβες, μαζί με τις φρυγανιές και τα υπόλοιπα τρόφιμα που έχουμε δεν θα αντιμετωπίσουμε πρόβλημα, δύο ορειβατικούς υπνόσακους, ρούχα και παπούτσια για περπάτημα, ελπίζω να πέτυχε το νούμερο μου. Δύο μικρά σακίδια με σωληνάκια μου κίνησαν την περιέργεια.
«Αυτά τι είναι;» ρώτησα το Φραγκίσκο.
«Ονομάζονται camel-bag, παίρνουν 2 λίτρα νερό. Τα βάζεις στην πλάτη και δεν χρειάζεται να κουβαλάς μπουκάλια και παγούρια.»
«Πρακτικό, αυτά εδώ τι είναι, μαχαίρια;»
«Ναι και στο πάτο του σάκου θα βρεις μια καραμπίνα.»
«Που τα βρήκες;»
«Όπου βρήκα και τα υπόλοιπα, τα έκλεψα.»
Έβαλε το χέρι στο μπουφάν που φορούσε και έβγαλε ένα περίστροφο και τέσσερις γεμιστήρες.
«Πήρα και αυτά από έναν νεκρό αστυνομικό, σκέφτηκα ότι θα ήταν χρησιμότερα σε εσένα, μέσα στο σάκο έχει και μία θήκη μηρού, εγώ θα κουβαλάω την καραμπίνα.»
Τις επόμενες δύο ώρες ετοιμάσαμε τα πράγματα για το αυριανό περπάτημα. Τα σακίδια ήταν πρακτικά και καταφέραμε να χωρέσουμε όλα μέσα. Τα μοιράσαμε όλα στη μέση, σε περίπτωση που απομακρυνθεί ο ένας τον άλλο να έχουμε τουλάχιστον κάποια εφόδια. Προσάρμοσα τη θήκη για το πιστόλι για να μην με εμποδίζει στο περπάτημα.
Ευτυχώς πέτυχε το νούμερο μου σε ρούχα και παπούτσια. Ένα αδιάβροχο και μία ζακέτα fleece συμπλήρωναν τις προμήθειες. Ξαπλώσαμε νωρίς, έπρεπε να ξυπνήσουμε στις πέντε το πρωί.

***

Δεν είχε ξημερώσει καλά-καλά και είμαστε ήδη στο δρόμο. Αποφασίσαμε να μην ακολουθήσουμε την Εγνατία Οδό και να προτιμήσουμε την παλιά Εθνική. Ήταν μικρότερη η απόσταση και μπορούσαμε να βρούμε καταφύγιο και νερό ευκολότερα αφού θα περνούσαμε μέσα από χωριά. Ο Φραγκίσκος είχε βρει και ένα χάρτη για να μην ξεφύγουμε από την διαδρομή, κανένας μας δεν είχε ταξιδέψει πολλές φορές στη Μακεδονία και δεν ξέραμε τους δρόμους.
Από την Αριστοτέλους κατευθυνθήκαμε προς τα Κάστρα για να βγούμε στον Περιφερειακό. Μπροστά πήγαινε ο Φραγκίσκος με την καραμπίνα κρεμασμένη στον ώμο και δύο βήματα πίσω του εγώ. Δεν μιλούσαμε, περπατούσαμε με σταθερό ρυθμό χωρίς να σταματάμε, ακούγαμε κραυγές και βλέπαμε κόσμο από απόσταση αλλά δεν πλησιάζαμε, μοναδικός σκοπός ήταν να βγούμε εκτός πόλης. Ήμασταν τυχεροί, τα μοναδικά ζόμπι που συναντήσαμε δεν μας πλησίασαν, περπατούσαμε όσο πιο αθόρυβα μπορούσαμε.
Στο τέρμα της πλατείας ένας ηλικιωμένος ήταν ανεβασμένος πάνω σε ένα δέντρο με μία τεράστια ταμπέλα που έγραφε: Το τέλος του κόσμου έφτασε, μετανοείτε. Από κάτω μία ομάδα ζόμπι προσπαθούσε να ανεβεί στο δέντρο αλλά δεν τα κατάφερνε. Σαν να είχαν πρόβλημα να συντονίσουν τις κινήσεις σε χέρια και πόδια, χρήσιμο αυτό, ας το έχω κατά νου. Ο άνθρωπος πάνω στο δέντρο φώναζε με όση δύναμη είχε στα πνευμόνια του.
«Το τέλος του κόσμου πλησιάζει, οι νεκροί περπατάνε στη Γη, οι γραφές επιβεβαιώνονται άπιστοι, μόνο οι άξιοι θα αντικρύσουν την βασιλεία των ουρανών.»
Ο Φραγκίσκος έκοψε ταχύτητα για να έρθει δίπλα μου και άρχισε να μιλάει ψιθυριστά.
«Όλοι αυτοί οι κήρυκες λένε μαλακίες, οι νεκροί δεν ανασταίνονται όπως περιγράφεται στις γραφές, ιός είναι και όχι η αποκάλυψη»
«Δεν ξέρω τι νομίζεις εσύ αλλά εμένα μία χαρά μου κάνει για αποκάλυψη. Αν καταφέρει η ανθρωπότητα να επιβιώσει από αυτό θα είναι θαύμα.»
***
Καταφέραμε και βγήκαμε στον περιφερειακό χωρίς προβλήματα, οι υγιείς απόφευγαν ο ένας τον άλλον και είναι εύκολο να αποφεύγεις τα ζόμπι όταν είναι λίγα. Προχωράνε αργά, αν διατηρείς την ψυχραιμία σου και δεν τραβάς την προσοχή τους με έντονες κινήσεις τα καταφέρνεις μία χαρά. Σε κοντινή απόσταση και σε μεγάλους αριθμούς δεν ξέρω τι πιθανότητες έχεις να ξεφύγεις. Εκείνο που πρέπει να προσέχεις είναι τα παρατημένα αυτοκίνητα, ο κίνδυνος να βρίσκεται κάποιο ζόμπι μέσα σε αυτά είναι μεγάλος.
Το μεσημέρι μας βρήκε στο Δερβένι, αποφασίσαμε μόλις το περάσουμε να σταματήσουμε για σήμερα. Στις έξι το απόγευμα είχαμε ανεβεί την ανηφόρα και βρεθήκαμε στην κορυφή. Σίγουρα δεν μπορούσαμε να ξεκουραστούμε στο πλάι του δρόμου οπότε βγήκαμε από αυτόν και αρχίσαμε να ψάχνουμε για κάποιο, σχετικά ασφαλές σημείο για το βράδυ. Μετά από δύο χιλιόμετρα βρήκαμε ένα σπίτι. Κάναμε έλεγχο και ήταν ακατοίκητο, βρήκαμε μία σοφίτα με μοναδική πρόσβαση μια μεταλλική αναδιπλούμενη σκάλα. Δεν ήταν το ιδανικότερο κατάλυμα αλλά ήταν ασφαλές. Σε μισή ώρα είχαμε κοιμηθεί.
Με το πρώτο φως ήμασταν πάλι στο δρόμο, περπατούσα πλέον μηχανικά παρόλο τον πόνο που ένιωθα στα πόδια μου και στην πλάτη. Η μέρα πέρασε χωρίς προβλήματα. Την Τρίτη μέρα είχα αρχίσει να νιώθω μεγαλύτερη άνεση, άρχισα να πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε. Κάποια στιγμή άρχισα να νιώθω ενοχλήσεις στην κύστη, έπρεπε να πάω προς νερού μου επειγόντως.
«Φραγκίσκο σταμάτα ένα λεπτό, πρέπει να επισκεφτώ την τουαλέτα»
«Μάλλον θα δυσκολευτείς να την βρεις εδώ που είμαστε»
«Εξυπνάδες, έτσι θα είναι το μετά-αποκαλυπτικό χιούμορ;»
Δεν απάντησε απλά χαμογέλασε. Βγήκα από το δρόμο, η περιοχή ήταν γεμάτη δέντρα, προχώρησα γύρω στα πενήντα μέτρα, άφησα το σακίδιο στο χώμα, έβγαλα την θήκη του πιστολιού και ξεκούμπωσα το παντελόνι μου. Μόλις τελείωσα ένιωσα κάτι μεταλλικό να ακουμπάει στο λαιμό μου.
«Μην κάνεις φασαρία γιατί θα σου κόψω το λαρύγγι.»
Κάποιος ήταν πίσω μου αλλά δεν ήταν μόνος του, από τα δεξιά εμφανίστηκε ένας ακόμα.
«Τι έχουμε εδώ; Ένα γκομενάκι με όπλο και εφόδια, μάλλον τα Χριστούγεννα ήρθαν νωρίτερα φέτος.»
«Τι θα κάνουμε Μπάμπη; Να την καθαρίσω;»
«Μη βιάζεσαι ρε μαλάκα, ας το διασκεδάσουμε πρώτα τώρα που μας δόθηκε η ευκαιρία»
Είχα τρομοκρατηθεί, όχι μόνο θα μου έπαιρναν το σακίδιο αλλά θα με σκότωναν κιόλας, αφού με βίαζαν πρώτα. Αν μόνο μπορούσα να ειδοποιήσω τον Φραγκίσκο.
«Σας παρακαλώ πάρτε ότι θέλετε, μόνο αφήστε με να φύγω»
Χαμογέλασε και ένιωσα τις τρίχες μου να σηκώνονται.
«Γιατί; Αφού μπορώ να έχω όλο το πακέτο, αν είσαι καλό κορίτσι θα σε αφήσω να ζήσεις σαν προσωπική μας σκλάβα.»
Αυτός που ήταν πίσω μου με έπιασε από τα μαλλιά και με ξάπλωσε στο έδαφος με το πρόσωπο στο χώμα. Άκουσα τον ήχο του φερμουάρ και ένιωσα τον Μπάμπη να ξαπλώνει επάνω μου. Εκείνη τη στιγμή ο άλλος τράβηξε το μαχαίρι από το λαιμό μου και άρχισε να κατεβάζει και αυτός τα παντελόνια του. Δεν πρόλαβε, ακούστηκε ένας πυροβολισμός και έπεσε νεκρός, ο Μπάμπης έφυγε από πάνω μου και προσπάθησε να πιάσει το πιστόλι μου αλλά δεν πρόλαβε, ένας δεύτερος πυροβολισμός τον σταμάτησε οριστικά.
Με δάκρυα στα μάτια γύρισα, ο Φραγκίσκος βρισκόταν σε απόσταση δέκα μέτρων με την καραμπίνα ακόμα να καπνίζει στα χέρια του. Την πέταξε κάτω και έτρεξε στο πλάι μου.
«Είσαι καλά; Πρόλαβαν να σε πειράξουν;»
Έκλαιγα με αναφιλητά, δεν μπορούσα να του απαντήσω. Σήκωσα τα παντελόνι μου και κουλουριάστηκα δίπλα από ένα δέντρο. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, ο Φραγκίσκος ήταν συνέχεια δίπλα μου. Άρχισε να σκοτεινιάζει γύρισα και τον κοίταξα.
«Πρέπει να βρούμε κάποιο μέρος για το βράδυ.»
«Μπορείς να περπατήσεις;»
«Πρέπει να περπατήσω δεν έχω άλλη επιλογή.»
Βγήκαμε πάλι στο δρόμο, για καλή μας τύχη στα δύο χιλιόμετρα βρήκαμε μία αποθήκη. Αφού ασφαλίσαμε την πόρτα απλώσαμε τους υπνόσακους και ξαπλώσαμε. Γύρισα και τον κοίταξα.
«Ευχαριστώ, αν δεν ήσουν εκεί σήμερα δεν ξέρω τι θα μου είχε συμβεί»
«Μην φοβάσαι, πάντα θα είμαι δίπλα σου.»
Σηκώθηκα και πλησίασα προς το μέρος του, ένιωθα το κρύο τσιμέντο στα γυμνά μου πόδια αλλά δεν με ενοχλούσε. Έβγαλα τα ρούχα μου και έσκυψα πάνω του.
«Τι κάνεις;» με ρώτησε.
«Κάτι που έπρεπε να κάνω πριν αρκετό καιρό»
Το ξημέρωμα μας βρήκε αγκαλιά. Τον φίλησα μόλις άνοιξα τα μάτια μου.
«Καλημέρα Φραγκίσκο, πως πέρασες το βράδυ;»
«Παρόλο που ήμουν σε μία αποθήκη με λιπάσματα περιτριγυρισμένος από ζόμπι μπορώ να πω ότι ήταν τέλεια.»
Χαμογέλασα, η χθεσινή μέρα έμοιαζε πλέον σαν ένα κακό όνειρο. Θα ήθελα να μείνουμε σε αυτή την αποθήκη για πάντα αλλά έπρεπε να συνεχίσουμε τον δρόμο μας. Μετά από ένα ελαφρύ πρωινό ξεκινήσαμε. Περπατούσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο κρατώντας χέρια.
Μέχρι το μεσημέρι είχαμε καλύψει αρκετή απόσταση. Δεν ένιωθα κούραση, είχα αρχίσει να δυναμώνω.

***
Είμαστε ήδη εφτά μέρες στο δρόμο χωρίς προβλήματα αν και τα ζόμπι έχουν αυξηθεί σε αριθμό. Κινούμαστε πλέον προσεκτικότερα και αντιδράμε στον παραμικρό ήχο. Το φαγητό που είχαμε βρει στη Θεσσαλονίκη μας φτάνει, όσο για νερό κάποιες φορές βρίσκουμε πηγές και άλλες ανεφοδιαζόμαστε από τα διάφορα χωριά που συναντάμε στο δρόμο μας.
Έχουμε συνηθίσει και το περπάτημα πλέον, οι πόνοι εξαφανίστηκαν και καλύπτουμε μεγαλύτερη απόσταση κάθε μέρα. Κάθε βράδυ κοιμόμαστε μαζί, το μόνο που μετανιώνω είναι ότι δεν το κάναμε νωρίτερα.
Κοντεύουμε να φτάσουμε στη γέφυρα του Στρυμόνα καλύπτοντας παραπάνω από το μισό της απόστασης μέχρι την Καβάλα. Σε πέντε μέρες περίπου θα τελειώσει η μεγάλη πορεία. Σε μία ώρα περίπου θα σκοτεινιάσει και πρέπει να βρούμε ένα μέρος για να κοιμηθούμε. Από τον δρόμο βλέπουμε μία καλύβα στην κορυφή ενός λόφου και αποφασίζουμε να την χρησιμοποιήσουμε.
Μόλις φτάσαμε στην καλύβα άρχισε να σουρουπώνει. Αφήσαμε στα σακίδια και καθίσαμε σε ένα παγκάκι, μόλις άρχισα να χαλαρώνω ο Φραγκίσκος πετάχτηκε όρθιος.
«Κάτι κινείται στις αρχές του λόφου.»
«Είσαι σίγουρος; Δεν βλέπω τίποτα.»
«Το είσαι καθαρά, πάρε το σακίδιο σου πρέπει να φύγουμε.»
Σε δύο λεπτά κατηφορίζαμε από την άλλη μεριά του λόφου όταν ξαφνικά ακούσαμε θόρυβο μπροστά μας. Στα τριακόσια μέτρα, πίσω από τα δέντρα ξεπρόβαλλαν τα ζόμπι με κατεύθυνση πάνω μας.
«Γιάννα, πάμε πάλι προς την καλύβα.»
Ανεβήκαμε στην κορυφή, η κατάσταση ήταν χειρότερη από ότι φανταζόμασταν. Ο λόφος είχε περικυκλωθεί από ζόμπι και εμείς είμασταν το δείπνο τους.
«Φραγκίσκο τι θα κάνουμε;»
«Μία μόνο λύση υπάρχει, να τους τραβήξω την προσοχή για να μπορέσεις εσύ να φύγεις προς την αντίθετη κατεύθυνση.»
«Μα θα σε σκοτώσουν είναι πολλά.»
«Είναι πιθανόν αλλά εσύ θα ζήσεις.»
«Ναι αλλά χωρίς εσένα δεν θα είναι το ίδιο.»
Με πήρε αγκαλιά και με φίλησε.
«Γιάννα, από το πρώτο ρεπορτάζ που κάναμε μαζί σε είχα ερωτευτεί, οι τελευταίες μέρες, αν και με τα ζόμπι να μας κυνηγάνε ήταν οι καλύτερες της ζωής μου. Δεν πρόκειται να πεθάνεις, θα φροντίσω εγώ για αυτό.»
Άρχισα να κλαίω.
«Σε αγαπάω Φραγκίσκο.»
«Και εγώ, μόλις τους τραβήξω προς το μέρος μου τρέξε προς την αντίθετη πλευρά όσο γρήγορα μπορείς. Σε περίπτωση που τα καταφέρω ραντεβού στην παλιά γέφυρα. Πάρε τον χάρτη.»
Όπλισέ την καραμπίνα και ξεκίνησε να κατεβαίνει την πλαγιά, με τον πρώτο πυροβολισμό τα ζόμπι ξεκίνησαν να κινούνται προς το μέρος του. Τρέχοντας μπήκε σε ένα αλσύλλιο που σε ελάχιστο χρόνο είχε κυκλωθεί από τα ζόμπι.
Κοίταξα προς την αντίθετη πλευρά του λόφου, ήταν άδεια πλέον. Ξεκίνησα να τρέχω, σε δέκα λεπτά σταμάτησαν και οι πυροβολισμοί. Ανέβηκα πάνω σε ένα δέντρο. Το ξημέρωμα με βρήκε να κλαίω.
***
Έχω βρει ένα καλό σημείο σε ένα λόφο δίπλα από την παλιά γέφυρα του Στρυμόνα. Η θέα είναι καλή και μόλις ο Φραγκίσκος πλησιάσει θα τον δω. Όμως εδώ και πέντε ημέρες δεν έχει δώσει σημεία ζωής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου