Μία καταγραφή των συμβάντων του World War Z Στην Ελλάδα.


Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Κεφάλαιο 05

Η κίνηση στην Εγνατία Οδό είναι δύσκολη εξαιτίας των παρατημένων αυτοκινήτων, της λόγω της έλλειψης καυσίμων και των μολυσμένων επιβατών που δεν μπορούσαν να οδηγήσουν.
Από την βεράντα του εξοχικού στην Ασπροβάλτα μπορώ και βλέπω κατευθείαν τι συμβαίνει.
Τελικά οι δέκα μέρες άδεια που πήραμε με την Γιώτα κατέληξαν διακοπές διαρκείας μιας και όλες οι επιχειρήσεις κλείσανε εξαιτίας τις επιδημίας. Δεν μας πέρασε από το μυαλό να επιστρέψουμε στην Θεσσαλονίκη. Όπως ακούγεται, σε όσους τηλεοπτικούς σταθμούς λειτουργούν ακόμα και στο ίντερνετ στα μεγάλα αστικά κέντρα παρουσιάζονται ελλείψεις σε τρόφιμα. Τουλάχιστον εδώ τα καταφέρνουμε, λίγο τα δέντρα στην αυλή και τα λαχανικά από τον κήπο μαζί με ότι μπορούμε να αγοράσουμε, ακόμα δεν έχουμε αντιμετωπίσει πρόβλημα με το φαγητό. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι όλοι από τις πόλεις φεύγουν προς την επαρχία άσχετα αν έχουν κάποιο σπίτι ή έναν γνωστό για να τους φιλοξενήσει με αποτέλεσμα να κοιμούνται ακόμα και σε αμάξια παρκαρισμένα στο δρόμο. Μέσα σε όλα αυτά είναι και το πρόβλημα των μολυσμένων. Κάθε βράδυ ακούγονται κραυγές αλλά δεν τολμάω να βγω έξω να κοιτάξω τι γίνεται. Ευτυχώς στη γειτονιά έχουμε τον μπάρμπα Σταύρο που όλο το βράδυ, με την καραμπίνα παραμάσχαλα φυλάει σκοπιά.
Μιλάμε καθημερινά με την Γιώτα και προσπαθούμε να βρούμε κάποια λύση. Η Ασπροβάλτα είναι δίπλα σε κύριο οδικό άξονα και όλοι οι διερχόμενοι ανεβάζουν την επικινδυνότητα. Μία λύση είναι να πάμε σε ένα κοντινό χωριό, την Ευκαρπία 30 χιλιόμετρα μακριά από εδώ. Ο θείος της Γιώτας έχει σπίτι εκεί και μπορεί να μας φιλοξενήσει. Θα είμαστε βέβαια λίγο στριμωγμένα αλλά έχει μεγάλο μπαξέ με δικιά του γεώτρηση και είναι απομονωμένο σε σχέση με την Ασπροβάλτα. Δεν το έχουμε πάρει ακόμα απόφαση αλλά όπως βλέπω δεν θα αργήσουμε. Ευτυχώς έχω ακόμα λίγη βενζίνη για να φύγουμε και καλό θα είναι να φορτώσω και τα ποδήλατα γιατί μάλλον, σε λίγο καιρό μόνο με αυτά θα κυκλοφορούμε.
Καλήμέρα Γιαννάκη” ακούστηκε από το απέναντι σπίτι.
Καλημέρα και σε εσένα κυρ Σταύρο, πως πήγε το βράδυ;”
Ο Σταύρος ήταν γύρω στα εξηνταπέντε αλλά το έλεγε η ψυχούλα του. Μια ζωή στα χωράφια και στο κυνήγι, έδειχνε να μην κουράζεται ποτέ.
Ήσυχα ήταν, ευτυχώς. Έχεις ώρα να έρθεις λίγο από εδώ που σε θέλω;”
Έρχομαι αμέσως”
Σε δύο λεπτά ήμασταν μέσα στο σπίτι του. Ο Σταύρος δεν έχασε χρόνο και μπήκε κατευθείαν στο θέμα.
Γιαννάκη μου είπες τις προάλλες ότι σκέπτεστε να πάτε στους θείους σας στην Ευκαρπία, το αποφασίσατε τελικά;”
Όχι ακόμα” απάντησα “αλλά δεν βλέπω άλλη λύση”
Άκουσε με λοιπόν, επειδή οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι και δεν θέλω να συμβεί κάτι σε σας και τα παιδιά, θέλω να σου δώσω κάτι.”
Άνοιξε ένα κιβώτιο και έβγαλε από μέσα μία καραμπίνα, την άφησε στο τραπέζι και δίπλα ακούμπησε καμιά δεκαριά κουτιά με φυσίγγια.
Αυτή είναι μία επαναληπτική καραμπίνα, χλάπα-χλούπα και φυσίγγια για να σε κρατήσουν για αρκετό καιρό. Στην παραμικρή υποψία ότι αυτός που έρχεται προς το μέρος σου είναι μολυσμένος πυροβόλησε χωρίς δεύτερη σκέψη, προστάτεψε την οικογένεια σου με οποιοδήποτε κόστος.”
Έπιασα την καραμπίνα στα χέρια μου, η εμπειρία μου με τα όπλα είναι μικρή, όσες φορές έκανα βολή στο στρατό και μία- δύο φορές που πήγαμε με τον κυρ Σταύρο για κυνήγι. Ευτυχώς μου είχε δώσει και τότε μία παρόμοια καραμπίνα, δεν θα είναι δύσκολο να την χειριστώ.
Κυρ Σταύρο δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω για όλες τις φορές που με έχεις βοηθήσει όλα αυτά τα χρόνια, πραγματικά σου είμαι υπόχρεος.”
Ο Σταύρος έστριψε το μουστάκι του και χαμογέλασε.
Ο μόνος τρόπος να βγεις από την υποχρέωση είναι να επιβιώσεις εσύ και η οικογένεια σου, εγώ την έζησα την ζωή μου και πριν τα γαμημένα τα ζόμπι με πιάσουν θα πάρω πολλά από δαύτα μαζί μου. Αλλά εσείς έχετε όλη την ζωή μπροστά σας.”
Δεν άντεχα και τον αγκάλιασα, μου φάνηκε ότι τον είδα να βουρκώνει.
Πάρτε το απόφαση και φύγετε γρήγορα από δω, τα πράγματα χειροτερεύουν μέρα με την μέρα.”
Έχεις δίκαιο, θα κοιτάξω να επισπεύσω τα πράγματα.”
Έβαλα τα κουτιά σε ένα παλιό σάκο που μου έδωσε και πήρα την καραμπίνα στα χέρια. Καθώς στεκόμουν στην πόρτα γύρισα και τον κοίταξα.
Και πάλι ευχαριστώ, δεν έχω λόγια.”
Ο Σταύρος άναψε ένα τσιγάρο και τράβηξε μια ρουφηξιά.
Ο Θεός να έχει καλά εσένα και την οικογένεια σου μικρέ. Τα μάτια σου δεκατέσσερα.”
***

Νύχτα, το χειρότερο διάστημα του εικοσιτετράωρου. Με την δύση του ηλίου αμπαρώσαμε όλο το σπίτι. Τα παιδιά και η Γιώτα ανέβηκαν στον πάνω όροφο. Εγώ έμεινα στο ισόγειο με την καραμπίνα γεμάτη σε περίπτωση που κάποιος προσπαθήσει να μπει στο σπίτι. Χάζευα στην τηλεόραση ανταποκρίσεις ξένων ειδησεογραφικών σταθμών από την Κίνα. Η κατάσταση ήταν χαοτική. Χωρίς να το θέλω τα μάτια μου άρχισαν να κλείνουν.
Ξύπνησα από έναν πυροβολισμό, αμέσως έτρεξα στο παράθυρο να δω τι γίνεται. Η Γιώτα πήρε τα παιδιά και κατέβηκαν στο υπόγειο για να τα προστατέψει από αδέσποτες σφαίρες.
Στο δρόμο έξω από το σπίτι μία ομάδα μολυσμένων προσπαθούσε να μπει στο σπίτι του Σταύρου. Αυτός είχε ταμπουρωθεί στον πάνω όροφο και βαρούσε στο ψαχνό. Τράβηξα ένα σανίδι από το παράθυρο και άρχισα και πυροβολώ. Μέσα σε όλο το πανικό κάποιοι κατάφεραν και έσπασαν την πόρτα του Σταύρου. όσοι δεν είχαν πέσει από τις σφαίρες μπήκαν μέσα. Οι πυροβολισμοί συνεχίζονταν αλλά δεν τολμούσαν να βγω έξω. Μετά από δέκα λεπτά όλα ησύχασαν. Τότε μόνο βρήκα το κουράγιο να πάω και εγώ απέναντι.
Όλοι οι μολυσμένοι ήταν νεκροί. Ανέβηκα στον πάνω όροφο και είδα τον κυρ- Σταύρο αιμόφυρτο στο πάτωμα. Έσκυψα στο πλευρό του.
«Είσαι καλά;»
«Όχι Γιαννάκη, κατάφεραν οι καριόληδες και με κάναν σαν τα μούτρα τους»
«Όχι κυρ- Σταύρο θα γίνεις καλά»
«Δεν θα γίνω, τα έχω φάει τα ψωμιά μου. Μοναχά μια χάρη θέλω»
«Ότι θέλεις πες μου.»
Είχα βουρκώσει και δεν έβλεπα καθαρά.
«Δώσμου τα τσιγάρα από το τραπέζι και γέμισε την καραμπίνα μου, δεν θα γίνω σαν τα μούτρα τους.»
Κατάλαβα τι θα έκανε και ήξερα πως ήταν το σωστό. Καλύτερα νεκρός παρά αυτή η μοίρα. Μόλις τελείωσα κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Γύρισα και τον κοίταξα για τελευταία φορά.
«Αντίο και ευχαριστώ για όλα»
«Γεια σου Γιάννη, να προσέχεις»
Βγήκα έξω κλαίγοντας με λυγμούς, με το που μπήκα στο σπίτι άκουσα τον πυροβολισμό. Κατέβηκα στο υπόγειο, η Γιώτα με τα παιδιά ήταν ακόμα εκεί.
«Είστε καλά» τους ρώτησα.
«Ναι τι έγινε εκεί έξω;»
«Θα σου πω, αλλά πρώτα βάλε τα παιδιά για ύπνο. Μετά ξεκινάμε να μαζεύουμε τα πράγματα, με το πρώτο φως φεύγουμε στο θείο σου.»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου